Περίληψη
Το burnout αποτελεί ένα σύνθετο ψυχοκοινωνικό φαινόμενο που προκύπτει κυρίως από κακές εργασιακές συνθήκες και ανεπαρκή οργάνωση, επηρεάζοντας αρνητικά τόσο τους εργαζόμενους όσο και τους οργανισμούς. Αν και αρχικά συνδεόταν με επαγγέλματα παροχής φροντίδας, σήμερα αναγνωρίζεται σε όλους τους κλάδους. Χαρακτηρίζεται από τρεις βασικές διαστάσεις: συναισθηματική εξάντληση, κυνισμό/αποπροσωποποίηση και μειωμένη επαγγελματική αποτελεσματικότητα. Οι αιτίες του burnout σχετίζονται με υπερβολικές απαιτήσεις, έλλειψη πόρων, ασάφεια ρόλων και ανεπαρκή υποστήριξη, ενώ ατομικοί παράγοντες όπως η προσωπικότητα και οι στρατηγικές αντιμετώπισης επηρεάζουν την ένταση του φαινομένου. Οι συνέπειες είναι ψυχολογικές, σωματικές και οργανωσιακές, με σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία και την απόδοση. Η πρόληψη απαιτεί συγκεκριμένες παρεμβάσεις, ενώ η αξιολόγηση γίνεται με εξειδικευμένα εργαλεία.
Keywords: burnout, job stress, occupational health
Εισαγωγή
Η κακή οργάνωση και διοίκηση στο εργασιακό περιβάλλον, μπορούν να οδηγήσουν σε εξάντληση των εργαζομένων και σε burnout, ένα σημαντικό ψυχοκοινωνικό φαινόμενο που επιφέρει επιζήμιες επιπτώσεις τόσο σε ατομικό όσο και σε οργανωσιακό επίπεδο. Αν και αρχικά το burnout θεωρούνταν ότι αφορούσε μόνο επαγγέλματα παροχής φροντίδας, πλέον είναι γνωστό ότι μπορεί να εμφανιστεί σε όλους τους κλάδους, με τα ποσοστά επικράτησης να ποικίλλουν σημαντικά ανάλογα με τον ορισμό burnout που χρησιμοποιείται. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) έχει συμπεριλάβει το burnout στην 11η Αναθεώρηση της Διεθνούς Ταξινόμησης Ασθενειών (ICD-11) ως φαινόμενο που εμφανίζεται αποκλειστικά σε επαγγελματικά πλαίσια. Μάλιστα, η πανδημία COVID-19 έχει αναδείξει ακόμη περισσότερο τη σημασία της επαγγελματικής υγείας, καθώς αυτή έχει ασκήσει σημαντική ψυχολογική πίεση στους εργαζόμενους, ιδίως στους υγειονομικούς, αλλά παράλληλα έχει επηρεάσει και τα ποσοστά τηλεργασίας καθώς και άλλους τομείς όπως τους εκπαιδευτικούς και τους εργαζόμενους γονείς.
Η παρούσα ανασκόπηση στοχεύει στην κατανόηση του burnout, των συστατικών του, των παραγόντων που το προκαλούν και το διαμορφώνουν, των επιπτώσεων που έχει σε ατομικό και οργανωσιακό επίπεδο, των κύριων δράσεων πρόληψης και θεραπείας καθώς και των εργαλείων μέτρησης.
Burnout: Ο ορισμός και τα συστατικά του
Το burnout είναι μια προοδευτική αντίδραση στο εργασιακό στρες που μπορεί να γίνει χρόνια και να προκαλέσει γνωστικές, συναισθηματικές και συμπεριφορικές επιπτώσεις, με αποτέλεσμα αρνητικές συμπεριφορές προς την εργασία, τους συναδέλφους, αλλά και τον ίδιο τον επαγγελματικό ρόλο. Παρότι βιώνεται ατομικά, οφείλεται σε χαρακτηριστικά της εργασίας.
Ο όρος εμφανίστηκε αρχικά σε λογοτεχνικά πλαίσια από τον Graham Greene και εισήχθη ως ψυχολογικός όρος από τον Freudenberger ως εξάντληση, κόπωση και απογοήτευση από μη ικανοποιητική επαγγελματική δραστηριότητα, αρχικά σε εθελοντές χώρων παροχής φροντίδας. Η Maslach το καθιέρωσε επιστημονικά και μαζί με τον Jackson, το όρισε ως σύνδρομο με τρεις διαστάσεις: συναισθηματική εξάντληση, κυνισμό/αποπροσωποποίηση και μειωμένη επαγγελματική αποτελεσματικότητα.
Οι διαστάσεις δεν είναι πλήρως ανεξάρτητες μεταξύ τους, με τα διαχρονικά δεδομένα να δείχνουν αιτιώδη σειρά καθώς η υψηλή συναισθηματική εξάντληση οδηγεί σε αυξημένο κυνισμό/αποπροσωποποίηση. Η συναισθηματική εξάντληση και η αποπροσωποποίηση θεωρούνται ο πυρήνας, ενώ η μειωμένη αποτελεσματικότητα άλλοτε προγενέστερο και άλλοτε συνέπεια. Οι ορισμοί έχουν επεκταθεί, όπως στο μοντέλο των Salanova και συνεργατών, που περιλαμβάνει εξάντληση, ψυχική αποστασιοποίηση (κυνισμός και αποπροσωποποίηση) και επαγγελματική αναποτελεσματικότητα (αίσθηση ανεπάρκειας, χαμηλή παραγωγικότητα και ικανότητες).
Burnout – Υποκατηγορίες
Ο Montero-Marín προτείνει ότι το burnout δεν εξελίσσεται ενιαία αλλά σε τρεις υπότυπους, που μπορούν να ερμηνευτούν και ως διαδοχικά στάδια με προοδευτική μείωση της εργασιακής δέσμευσης: ξεκινά συχνά με τον «φρενήρη» υπότυπο, που η υπερ-εμπλοκή και η έντονη εργασία (εξαιτίας π.χ. υπερφόρτωσης εργασιών, σπαστών ωραρίων, επισφάλειας) οδηγούν σε εξάντληση και παραμέληση προσωπικής ζωής. Στη συνέχεια μπορεί να εμφανιστεί ο «υπο πρόκληση» υπότυπος, χαρακτηριστικός των μονότονων και μη διεγερτικών εργασιών, με χαρακτηριστικά την ανία, την αδιαφορία, την έλλειψη προσωπικής ανάπτυξης, τον κυνισμό λόγω χαμηλής ταύτισης καθώς και αποφευκτικές και διασπαστικές στρατηγικές αντιμετώπισης. Μακροπρόθεσμα, αυτό μπορεί να οδηγήσει στον «φθαρμένο» υπότυπο, που χαρακτηρίζεται από αίσθημα ματαιότητας, έλλειψη ελέγχου και αναγνώρισης, παθητικές στρατηγικές (συμπεριφορική απόσυρση), χαμηλή αίσθηση αποτελεσματικότητας, ενοχές και τελικά παραμέληση και εγκατάλειψη.
Οι υπότυποι αυτοί υποδεικνύουν το γεγονός ότι οι παρεμβάσεις πρέπει να προσαρμόζονται στο εκάστοτε στάδιο ώστε να είναι αποτελεσματικές. Ωστόσο, απαιτούνται περισσότερες διαχρονικές μελέτες για να διευκρινιστούν οι μεταβάσεις από τύπο σε τύπο και γενικά η εξέλιξη του συνδρόμου.
Θεωρίες που εξηγούν την εμφάνιση και ανάπτυξη του Burnout
Οι πιο σύγχρονες και τεκμηριωμένες θεωρίες σχετικά με το γιατί εμφανίζεται και πώς εξελίσσεται το burnout είναι αλληλοσυμπληρούμενες και προσφέρουν συνολική κατανόηση του φαινομένου: κοινωνικογνωστική, κοινωνικής ανταλλαγής, οργανωσιακή, δομική, απαιτήσεων–πόρων εργασίας και συναισθηματικής μετάδοσης.
- Κοινωνικογνωστική θεωρία
Η Κοινωνικογνωστική Θεωρία υποστηρίζει ότι το burnout πυροδοτείται όταν οι εργαζόμενοι αμφιβάλλουν για την αποτελεσματικότητά τους στην επίτευξη επαγγελματικών στόχων. Αυτές οι “κρίσεις αποτελεσματικότητας” προκύπτουν από αρνητικές εμπειρίες αποτυχίας, έλλειψη προτύπων, ανεπαρκή ανατροφοδότηση ή υπερβολική αρνητική κριτική και δυσκολίες στην εργασία. Η χαμηλή επαγγελματική ικανοποίηση που προκύπτει οδηγεί σε συναισθηματική εξάντληση και στη συνέχεια σε κυνισμό και αποπροσωποποίηση ως μηχανισμό αντιμετώπισης του στρες.
- Θεωρία Κοινωνικής Ανταλλαγής
Σύμφωνα με αυτήν, το burnout εμφανίζεται όταν ο εργαζόμενος αντιλαμβάνεται ανισότητα μεταξύ προσπάθειας/συνεισφοράς και ανταμοιβών/αποτελεσμάτων. Η έλλειψη αμοιβαιότητας με πελάτες, συναδέλφους, προϊσταμένους ή τον οργανισμό εξαντλεί συναισθηματικά, οδηγεί σε χρόνια εξάντληση και ως στρατηγική αντιμετώπισης σε αποπροσωποποίηση/κυνισμό για αποφυγή της πηγής δυσφορίας, με τελικό αποτέλεσμα χαμηλή προσωπική επίτευξη.
- Η Οργανωσιακή Θεωρία
Αυτή, βλέπει το burnout ως αποτέλεσμα οργανωσιακών στρεσογόνων παραγόντων (π.χ. φόρτος, ασάφεια ρόλων) σε συνδυασμό με ανεπαρκείς ατομικές στρατηγικές αντιμετώπισης. Προτείνονται δύο μοντέλα αλληλουχίας των διαστάσεών του: σύμφωνα με τους Golembiewski et al., πρώτα εμφανίζεται η αποπροσωποποίηση και κυνισμός ως στρατηγική μείωσης δέσμευσης, ακολουθεί χαμηλή προσωπική επίτευξη και στο τέλος η συναισθηματική εξάντληση. Αντίθετα, οι Cox et al. θεωρούν ότι η συναισθηματική εξάντληση είναι η αρχική διάσταση που προκαλείται από χρόνιους στρεσογόνους παράγοντες, η αποπροσωποποίηση λειτουργεί ως αντιμετώπιση και η χαμηλή επίτευξη είναι το τελικό αποτέλεσμα.
- Η Θεωρία των Απαιτήσεων-Πόρων
Υποστηρίζει ότι το burnout προκύπτει όταν οι απαιτήσεις της δουλειάς υπερβαίνουν τους διαθέσιμους πόρους. Οι απαιτήσεις (π.χ. φόρτος, συναισθηματική εργασία, πίεση χρόνου, συγκρούσεις) απαιτούν διαρκή σωματική και ψυχική προσπάθεια και χωρίς επαρκή ανάκαμψη, οδηγούν σε κόπωση που γίνεται χρόνια και καταλήγει σε burnout, κυρίως ως συναισθηματική εξάντληση. Οι πόροι εργασίας (ατομικοί όπως δεξιότητες, ψυχολογικό κεφάλαιο, δημιουργικότητα, και οργανωσιακοί όπως ευελιξία, ασφάλεια, υποστήριξη, υλικά μέσα, αυτονομία, ανταμοιβές) μειώνουν τις επιπτώσεις των απαιτήσεων και σχετίζονται αντιστρόφως με την αποπροσωποποίηση, περιορίζοντάς την ως στρατηγική αντιμετώπισης. Όταν οι πόροι επαρκούν, μετριάζεται ο κίνδυνος burnout και διευκολύνεται η επίτευξη στόχων.
- Δομική Θεωρία
Βλέπει το burnout ως αντίδραση σε χρόνιο εργασιακό στρες όταν αποτυγχάνουν οι αρχικές στρατηγικές αντιμετώπισής του. Η αποτυχία αυτή οδηγεί σε επαγγελματική αποτυχία, χαμηλή προσωπική επίτευξη και συναισθηματική εξάντληση. Ως νέα στρατηγική, το άτομο εμφανίζει αποπροσωποποίηση. Το μοντέλο έχει επιβεβαιωθεί σε επαγγέλματα όπως εκπαιδευτικοί και νοσηλευτές.
- Θεωρία της Συναισθηματικής Μετάδοσης
Υποστηρίζει ότι το burnout μπορεί να εξαπλωθεί σε ομάδες εργασίας λόγω της τάσης των ανθρώπων να μιμούνται και να συγχρονίζουν συναισθηματικές εκφράσεις, οδηγώντας σε συναισθηματική σύγκλιση. Όταν οι εργαζόμενοι μοιράζονται καταστάσεις και βιώνουν συλλογικά (αρνητικά) συναισθήματα (π.χ. εξάντληση), οι κοινές πεποιθήσεις και συναισθήματα που αναπτύσσονται μέσω της κοινωνικής αλληλεπίδρασης μπορούν να οδηγήσουν σε μετάδοση του burnout.
Οι καταστάσεις που πυροδοτούν το Burnout
Οι πρόδρομοι του burnout χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: οργανωσιακοί παράγοντες (όπως φόρτος εργασίας και συναισθηματικές απαιτήσεις) και ατομικοί παράγοντες (όπως προσωπικότητα και στρατηγικές αντιμετώπισης). Το burnout προκύπτει κυρίως από τις συνθήκες εργασίας, και δεν αποτελεί σταθερό χαρακτηριστικό της προσωπικότητας. Οι ατομικοί παράγοντες δρουν κυρίως ως τροποποιητές: η χαμηλή αυτοπεποίθηση ή οι αποφευκτικές στρατηγικές μπορούν να ενισχύσουν τον κίνδυνο, ενώ η αισιοδοξία και η ενεργητική αντιμετώπιση μπορούν να μετριάσουν ή να επιβραδύνουν τις αρνητικές επιπτώσεις των οργανωσιακών παραγόντων. Η αποτελεσματική παρέμβαση, απαιτεί κατανόηση των παραγόντων που οδηγούν σε burnout.
Α. Οργανωσιακοί παράγοντες
Οργανωσιακοί παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο burnout είναι:
- Ο υπερβολικός φόρτος εργασίας
- Η συναισθηματική εργασία (δηλαδή η ανάγκη ελέγχου ή προσποίησης συναισθημάτων με βάση τις απαιτήσεις της θέσης)
- Η έλλειψη αυτονομίας
- Η ασάφεια ή σύγκρουση ρόλων
- Η ανεπαρκής ή άδικη επίβλεψη
- Η έλλειψη κοινωνικής υποστήριξης και
- Οι κακές ώρες εργασίας που δυσκολεύουν την ισορροπία προσωπικής – επαγγελματικής ζωής.
Β. Ατομικοί παράγοντες
Οι ατομικοί παράγοντες ρυθμίζουν την εμφάνιση του συνδρόμου (θετικά ή αρνητικά) όταν υπάρχουν και οι παραπάνω οργανωσιακοί παράγοντες. Πιο συγκεκριμένα
Προσωπικότητα:
- Η εξωστρέφεια, η συνεργατικότητα, η ευσυνειδησία και η ανοιχτότητα στην εμπειρία λειτουργούν προστατευτικά, ενώ ο νευρωτισμός αυξάνει τον κίνδυνο burnout.
- Ο εξωτερικός τόπος ελέγχου (εξωτερικοί παράγοντες πέρα από τον εαυτό είναι υπεύθυνοι για ό,τι συμβαίνει), το πρότυπο συμπεριφοράς τύπου Α (ανταγωνιστικότητα, παρορμητικότητα, ανυπομονησία, επιθετικότητα), οι υψηλές προσδοκίες και η υπερβολική εμπλοκή αυξάνουν επίσης τον κίνδυνο.
Κοινωνικοδημογραφικά χαρακτηριστικά:
- Η ηλικία σχετίζεται αντίστροφα με το burnout (οι νεότεροι κινδυνεύουν περισσότερο), αν και τα ευρήματα διαφέρουν.
- Οι γυναίκες εμφανίζουν συχνότερα συναισθηματική εξάντληση ενώ οι άνδρες αποπροσωποποίηση.
- Οι άγαμοι, ειδικά άνδρες, διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο, ενώ για τις γυναίκες η δυσκολία συνδυασμού εργασίας και οικογένειας αποτελεί επιπλέον επιβαρυντικό παράγοντα.
Στρατηγικές αντιμετώπισης:
- Η αποφυγή και η εστίαση στο συναίσθημα αυξάνουν το burnout, ενώ η ενεργητική και προσανατολισμένη στο πρόβλημα αντιμετώπιση το μειώνουν, κυρίως όταν το άτομο έχει έλεγχο στη κατάσταση.
- Σε μη ελέγξιμες καταστάσεις, η προσαρμογή και η αναζήτηση υποστήριξης μπορεί να είναι πιο αποτελεσματικές.
Περαιτέρω έρευνα είναι απαραίτητη για την εξέταση της αλληλεπίδρασης των παραπάνω παραγόντων.
Οι συνέπειες του Burnout
Οι συνέπειες είναι τόσο ατομικές όσο και οργανωσιακές. Συνήθως ξεκινούν από ψυχολογικής πλευράς, συνεχίζουν σε σωματικά συμπτώματα κι εν τέλει επηρεάζουν και τον οργανισμό. Πιο αναλυτικά οι συνέπειες του burnout:
Ψυχολογικές: Προβλήματα συγκέντρωσης και μνήμης, δυσκολία λήψης αποφάσεων, άγχος, κατάθλιψη, χαμηλή αυτοεκτίμηση, αϋπνία, ευερεθιστότητα, αυξημένη χρήση αλκοόλ και καπνού, κίνδυνος αυτοκτονίας.
Υγείας: Μυοσκελετικοί πόνοι, γαστρεντερικές διαταραχές, καρδιαγγειακά προβλήματα, πονοκέφαλοι, αυξημένη ευπάθεια σε λοιμώξεις, αϋπνία, χρόνια κόπωση, αυξημένη κορτιζόλη, κίνδυνος διαβήτη τύπου 2.
Συμπεριφορικές: Δυσφορία στην εργασία, χαμηλή δέσμευση, αυξημένος απουσιασμός, πρόθεση παραίτησης, μειωμένη απόδοση, παρουσιασμός (παρουσία στην εργασία χωρίς απόδοση), αποκλίνουσες συμπεριφορές, επιθετικότητα, χρήση ουσιών, κλοπές.
Ωστόσο δεν βιώνουν όλοι οι άνθρωποι τα παραπάνω συμπτώματα στον ίδιο βαθμό, αυτά διαφοροποιούνται ανάλογα με το επίπεδο στο οποίο βρίσκεται ο καθένας. Αν και δεν είναι αυστηρώς καθορισμένα, συνήθως τα επίπεδα του burnout ορίζονται ως εξής:
- Ήπιο: Ελαφρά σωματικά συμπτώματα, κόπωση, μειωμένη λειτουργικότητα.
- Μέτριο: Αϋπνία, προβλήματα προσοχής/συγκέντρωσης, αποστασιοποίηση, ευερεθιστότητα, κυνισμός, απώλεια κινήτρων, συναισθηματική εξάντληση.
- Σοβαρό: Αυξημένος απουσιασμός, αποστροφή για εργασία, αποπροσωποποίηση, κατάχρηση αλκοόλ και ψυχοτρόπων ουσιών.
- Ακραίο: Ακραία απομόνωση, επιθετικότητα, υπαρξιακή κρίση, χρόνια κατάθλιψη, απόπειρες αυτοκτονίας.
Οργανωτικές: Χαμηλό κίνητρο και απόδοση, μείωση ποιότητας υπηρεσιών, αυξημένες συγκρούσεις, διακοπή εργασιών, μείωση παραγωγής, οικονομικές απώλειες.
Στρατηγικές πρόληψης
Εφόσον γίνουν σαφή ο σκοπός των παρεμβάσεων και τα επίπεδα burnout του οργανισμού και των ατόμων, μπορεί να σχεδιαστεί η παρέμβαση. Τα επίπεδα πρόληψης, ανάλογα με τις ανάγκες του οργανισμού, είναι τα εξής:
- Πρωτογενής: Απευθύνεται σε όλους τους εργαζόμενους, στοχεύει στη μείωση ή εξάλειψη οργανωτικών παραγόντων κινδύνου (π.χ. υποστήριξη, προσαρμογές εργασίας, εκπαίδευση).
- Δευτερογενής: Απευθύνεται σε εργαζόμενους με αρχικά συμπτώματα, στοχεύει στην αποτροπή επιδείνωσης και τη βελτίωση των στρατηγικών αντιμετώπισης (αλλαγές στάσεων, βελτίωση πόρων).
- Τριτογενής: Απευθύνεται σε εργαζόμενους που βιώνουν burnout και στοχεύει στη μείωση των σοβαρών συνεπειών. Ουσιαστικά λειτουργεί σαν θεραπεία.
Κατηγοριοποίηση παρέμβασης με βάση την πρωτοβουλία:
Από τον οργανισμό:
- Στοχεύει στην οργανωσιακή και εργασιακή δομή (π.χ. βελτίωση θέσεων εργασίας, ωράρια, ανάπτυξη ηγεσίας).
- Στοχεύει στους εργαζόμενους (π.χ. εκπαίδευση, coaching, δημιουργία ομάδων υποστήριξης).
Από τα άτομα:
- Στοχεύει στο ίδιο το άτομο (π.χ. σωματική άσκηση, mindfulness, ψυχοθεραπεία).
- Στοχεύει στη βελτίωση της αλληλεπίδρασης με τον οργανισμό και την εργασία (π.χ. διαχείριση χρόνου, job crafting).
*Θα βρείτε αναλυτικότερες πληροφορίες για τις παρεμβάσεις στο πρωτότυπο άρθρο στην ενότητα 5.
Αξιολόγηση και Μετρήσεις
Για την αξιολόγηση του burnout χρησιμοποιούνται εργαλεία (κλίμακες/ερωτηματολόγια) που χωρίζονται σε:
- Γενικά: Αξιολογούν το σύνδρομο χωρίς διάκριση επαγγέλματος, αλλά με βάση το μοντέλο για το burnout στο οποίο βασίζονται.
- Ειδικά: Αξιολογούν το burnout σε συγκεκριμένα επαγγέλματα (π.χ. νοσηλευτές) ή εκτός εργασίας (π.χ. αθλητισμός, σχολείο)
Α. Γενικά Εργαλεία
- Maslach Burnout Inventory (MBI): Το πιο διαδεδομένο, με εκδόσεις για υπηρεσίες παροχής φροντίδας (MBI-HSS) και γενική χρήση (MBI-GS). Μετρά συναισθηματική εξάντληση, κυνισμό και μειωμένη επαγγελματική επίτευξη.
- Questionnaire for the Evaluation of Burnout Syndrome (CESQT/SBI): Μετρά ενθουσιασμό για εργασία (αντίστροφα των επιπέδων burnout), ψυχική εξάντληση, αδιαφορία/κυνισμό και ενοχή. Έχει εκδόσεις για επαγγέλματα με επαφή με ανθρώπους (CESQT) ή χωρίς (CESQTDP).
- Copenhagen Burnout Inventory (CBI): Αξιολογεί προσωπικό burnout, burnout σχετιζόμενο με την εργασία και burnout σχετιζόμενο με πελάτες.
- Oldenburg Burnout Inventory: Μετρά εξάντληση και αποδέσμευση από την εργασία.
- Burnout Clinical Subtypes Questionnaire (BCSQ): Αξιολογεί διαφορετικούς κλινικούς υποτύπους burnout (π.χ. φρενήρης, υπο-προκαλούμενος, εξαντλημένος).
- Burnout Assessment Tool (BAT): Μετρά τέσσερις βασικές διαστάσεις (εξάντληση, γνωστική και συναισθηματική βλάβη, ψυχική απόσταση) και δύο δευτερεύουσες (ψυχολογικά και ψυχοσωματικά παράπονα).
- Shirom-Melamed Burnout Questionnaire (SMBQ/SMBM): Μετρά συναισθηματική εξάντληση, σωματική κόπωση, γνωστική κόπωση, ένταση και απάθεια.
Β. Ειδικά Εργαλεία
- MBI-HSS: Για επαγγέλματα παροχής φροντίδας (π.χ. υγεία, εκπαίδευση, κοινωνικές υπηρεσίες), με ειδικές εκδόσεις για ιατρούς και εκπαιδευτικούς.
- Brief Burnout Questionnaire (νοσηλευτές): Αξιολογεί το burnout, τα αίτια και τις συνέπειες του στους νοσηλευτές.
- Physician Burnout Questionnaire (PhBQ): Ειδικό για ιατρούς, με υποκλίμακες για σύνδρομο, αίτια, συνέπειες και προσωπικούς πόρους.
- Teacher Burnout Questionnaire: Ειδικό για εκπαιδευτικούς.
- Psychologist’s Burnout Inventory (PBI): Ειδικό για ψυχολόγους, με έμφαση στον έλεγχο, την υπερεμπλοκή, την υποστήριξη και τις αρνητικές συμπεριφορές πελατών.
- Athlete Burnout Questionnaire: Για αθλητές, μετρά εξάντληση, μειωμένη επίτευξη και απαξίωση.
- School Burnout Inventory (SBI): Για μαθητές, μετρά εξάντληση, κυνισμό και ανεπάρκεια.
- Parental Burnout Inventory: Για γονείς, μετρά εξάντληση, αποστασιοποίηση και αναποτελεσματικότητα.
Συμπερασματικά
Η παρούσα ανασκόπηση ανέλυσε το burnout, τις διαστάσεις, τα μοντέλα, τους πρόδρομους, τις συνέπειες, τα εργαλεία αξιολόγησης και τις στρατηγικές παρέμβασης (οργανωσιακές και ατομικές).
Τα επίπεδα burnout ολοένα και αυξάνονται, φτάνοντας σε επιδημικές διαστάσεις σε ορισμένους κλάδους (π.χ. ιατροί), με τους πάσχοντες να νιώθουν διαρκή εξάντληση. Υπερβολικά απαιτητικά εργασιακά περιβάλλοντα σε συνδυασμό με την αδυναμία αποσύνδεσης λόγω νέων τεχνολογιών, οδηγούν σε συναισθηματική εξάντληση, κυνισμό και χαμηλή προσωπική επίτευξη.
Ωστόσο, το burnout δεν είναι αναπόφευκτο. Μπορεί να προληφθεί και να αντιμετωπιστεί. Παρόλο που οι κύριες αιτίες είναι οργανωσιακές (π.χ. φόρτος εργασίας), οι παρεμβάσεις συχνά εστιάζουν στα άτομα. Είναι σημαντικό οι οργανισμοί να παρακολουθούν συστηματικά την ευημερία των εργαζομένων ως βασικό δείκτη απόδοσης, γιατί το burnout συχνά δεν γίνεται άμεσα αντιληπτό. Πολλές φορές, οι εργαζόμενοι με burnout μπορεί να συνεχίζουν να ανταποκρίνονται στα βασικά τους καθήκοντα, αλλά να παραμελούν άλλες σημαντικές πτυχές της δουλειάς τους, όπως η καλή εξυπηρέτηση πελατών ή η συνεργασία με συναδέλφους, κι έτσι να μην είναι άμεσα εμφανή τα συμπτώματα του burnout αλλά να καθρεφτίζονται σε άλλες πτυχές της εργασίας.
Βιβλιογραφία
Edú-Valsania, S., Laguía, A., & Moriano, J. A. (2022). Burnout: A Review of Theory and Measurement. International Journal of Environmental Research and Public Health, 19(3), 1780. https://doi.org/10.3390/ijerph19031780