Αρχική › Expert Voice › Βιωσιμότητα, Κανονιστική Συμμόρφωση και Ηγεσία
Expert Voice

Βιωσιμότητα, Κανονιστική Συμμόρφωση και Ηγεσία

Σε έναν κόσμο όπου η γνώση αλλάζει με πρωτοφανή ταχύτητα, η αξία δεν βρίσκεται μόνο σε όσα έχουμε μάθει μέχρι σήμερα, αλλά στην ικανότητά μας να συνεχίζουμε να μαθαίνουμε.

Βιωσιμότητα, κανονιστική συμμόρφωση και ηγεσία συνδέονται σήμερα με τρόπο που πριν από μια δεκαετία θα φάνταζε παράλογος. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση ένα νομοθετικό πλαίσιο βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και μετατρέπει την ηθική ηγεσία από επιλογή αξιών σε νομική απαίτηση. Ο προβληματισμός του κατά πόσο ένας οργανισμός λειτουργεί ηθικά αντικαθίσταται σταδιακά από την υποχρέωση να αποδείξει ότι το κάνει.

Ωστόσο αυτή η υποχρέωση δεν αφορά ένα απλό «τικάρισμα των κουτιών», αλλά μια πρόκληση για ουσιαστική κοινωνική και οικονομική μεταμόρφωση. Οδηγίες όπως ο CSRD, ο CSDDD, ο GDPR, ο νόμος για την Τεχνητή Νοημοσύνη και η Οδηγία για τους Καταγγέλλοντες (Whistleblowing) απαιτούν διαφάνεια στη συλλογιστική και τις αξίες πίσω από τις αποφάσεις μιας επιχείρησης πέραν εκείνης των αποτελεσμάτων τους. Ο νόμος όμως δεν μπορεί από μόνος του να παράγει την ποιότητα κρίσης, το βάθος ηθικού συλλογισμού και την οργανωσιακή εμπιστοσύνη που κάνουν μια εταιρεία πραγματικά αξιόπιστη· αυτό παραμένει έργο της ηγεσίας και της ανάπτυξής της.

Στο άρθρο αυτό εξετάζω τι σημαίνει αυτή η μετάβαση για τα στελέχη HR σε τέσσερα επίπεδα. Πρώτα περιγράφω πώς διαμορφώνεται το ευρωπαϊκό κανονιστικό τοπίο και γιατί η συμμόρφωση από μόνη της δεν αρκεί. Στη συνέχεια στρέφομαι στην ψυχολογία της ηθικής ανάπτυξης, για να δείξω γιατί δύο οργανισμοί μπορούν να εφαρμόζουν τους ίδιους κανόνες με εντελώς διαφορετικό αποτέλεσμα. Έπειτα εξετάζω το πώς και γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι που παρεκκλίνουν ηθικά στον εργασιακό χώρο δεν είναι αυτομάτως «κακοί» άνθρωποι, αλλά άνθρωποι υπό συνθήκες που ευνοούν την ηθική αποστασιοποίηση. Και, τέλος, κλείνω με το τι σημαίνει αυτό το σύνολο κανονιστικών απαιτήσεων για τον σχεδιασμό μάθησης και ανάπτυξης ηγετικών στελεχών στην ΕΕ σήμερα.

Ηθική Ηγεσία: Το «Αναπόδραστο» Μέλλον

Ξεκινώντας από το συνεκτικό αυτό πλέγμα ευρωπαϊκών οδηγιών, καθίσταται πλέον προφανές ότι καθεμία από αυτές και όλες μαζί καθιστούν την ηθική ηγεσία «ανεξάρτητη μεταβλητή» στη λειτουργία μιας επιχείρησης και όχι εξαρτημένη και υπό προϋποθέσεις συνθήκη.

Ο CSRD (σε ισχύ από τον Ιανουάριο του 2023, με πρώτο κύμα εφαρμογής για τη χρήση 2024) απαιτεί δημοσιοποίηση τόσο των περιβαλλοντικών και κοινωνικών επιπτώσεων όσο  και της ποιότητας των διαδικασιών λήψης αποφάσεων για αυτές· πρόκειται δηλαδή για «business conduct» σε επίπεδο αναφοράς. Μετά το πακέτο απλοποίησης Omnibus I (Φεβρουάριος 2026) η υποχρεωτική εφαρμογή του περιορίστηκε μεν σε επιχειρήσεις άνω των 1.000 εργαζομένων και άνω των €450 εκατ. τζίρου, όμως τα πρότυπά του λειτουργούν ήδη ως σημείο αναφοράς και για μικρότερους οργανισμούς.

Ο CSDDD προχωρά ένα βήμα παραπέρα, μετατρέποντας πρότυπα που ήταν προαιρετικά (όπως τα UN Guiding Principles on Business and Human Rights) σε δεσμευτικές νομικές υποχρεώσεις για την αλυσίδα αξίας με σταδιακή εφαρμογή από το 2029. Ο GDPR ενσωματώνει ήδη μια ηθική στάση απέναντι στην εξουσία πάνω στα προσωπικά δεδομένα. Ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός για την Τεχνητή Νοημοσύνη (σε ισχύ από τον Αύγουστο 2024) απαιτεί αναγνωρίσιμη ανθρώπινη εποπτεία σε συστήματα υψηλού κινδύνου. Η Οδηγία για τους Καταγγέλλοντες, με προστασία που από τον Αύγουστο του 2026 επεκτείνεται ρητά και σε παραβιάσεις του AI Act, αναγνωρίζει κάτι που η οργανωσιακή πρακτική είχε πρότερα συνηθίσει να αγνοεί: το ότι η σιωπή απέναντι σε παραβιάσεις δεν είναι αποτέλεσμα έλλειψης ακεραιότητας, αλλά συνέπεια του υψηλού προσωπικού κόστους της καταγγελίας.

Ο νόμος, λοιπόν, δημιουργεί σήμερα για τους σύγχρονους ευρωπαϊκούς οργανισμούς μια ευκαιρία. Το αν και πώς αυτή θα αξιοποιηθεί ωστόσο εξαρτάται από την ποιότητα της οργανωσιακής ηγεσίας.

Η αναπτυξιακή προσέγγιση των Ηθικών Διλημμάτων

Γιατί δύο οργανισμοί που υπόκεινται στις ίδιες ακριβώς κανονιστικές απαιτήσεις μπορούν να αναπτύξουν εντελώς διαφορετική οργανωσιακή κουλτούρα; Η θεωρία της ηθικής ανάπτυξης του Lawrence Kohlberg μας δίνει ένα εργαλείο κατανόησης τέτοιων φαινομένων.

Ο Kohlberg περιέγραψε έξι στάδια ηθικής συλλογιστικής, οργανωμένα σε τρία επίπεδα. Στο προσυμβατικό επίπεδο η ηθική συμπεριφορά καθορίζεται από την αποφυγή τιμωρίας και το προσωπικό όφελος. Στο συμβατικό επίπεδο, όπου βρίσκεται στην πράξη η πλειονότητα των ενηλίκων, η ηθική συλλογιστική καθοδηγείται από κανόνες, κοινωνική έγκριση και τήρηση θεσμοθετημένων υποχρεώσεων· το «σωστό» ταυτίζεται με το νόμιμο ή το κοινωνικά αποδεκτό. Στο μετασυμβατικό επίπεδο η ατομική κρίση εξετάζει τις αρχές πίσω από τους κανόνες, τη συνέπειά τους και τον αντίκτυπό τους στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ακόμη και όταν αυτό σημαίνει αμφισβήτηση ή υπέρβαση του γράμματος του νόμου.

Η διάκριση αυτή δεν είναι ακαδημαϊκή πολυτέλεια για τα στελέχη HR. Όπως συχνά επισημαίνω, ένας οργανισμός που ηγείται από συμβατική κυρίως στάση θα εφαρμόσει τις γνωστοποιήσεις του CSRD και τη δέουσα επιμέλεια του CSDDD ως ασκήσεις συμμόρφωσης· οι φόρμες θα είναι σωστά συμπληρωμένες, αλλά η υποκείμενη κουλτούρα ενδέχεται να μείνει αναλλοίωτη (κάτι που η περιορισμένη ως σήμερα έρευνα φαίνεται να αναδεικνύει). Ένας οργανισμός ωστόσο που ηγείται από μετασυμβατική στάση χρησιμοποιεί τις ίδιες απαιτήσεις ως εφαλτήριο για βαθύτερη μεταμόρφωση ταυτότητας και κουλτούρας.

Η ηθική ανάπτυξη προχωρά μέσα από την έκθεση σε πραγματικά διλήμματα και την αναστοχαστική επεξεργασία τους και όχι μέσα από την απομνημόνευση κωδίκων δεοντολογίας. Αυτό έχει άμεση σημασία για τον σχεδιασμό προγραμμάτων ηγεσίας, όπως θα δούμε παρακάτω.

Ένας «Ανήθικος» Άνθρωπος

Ένα από τα πιο χρήσιμα ευρήματα για τα στελέχη HR είναι ότι η ανήθικη συμπεριφορά στον εργασιακό χώρο είναι στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων αποτέλεσμα πίεσης του πλαισίου, δηλαδή λιγότερο εσωτερικευμένο χαρακτηριστικό της προσωπικότητας από ό,τι εξωτερικά διαμορφωμένη αντίδραση. Ψυχοπαθολογικές περιπτώσεις υπάρχουν, όμως αποτελούν σπανιότερο φαινόμενο. Η πλειονότητα των «παραβάσεων» προέρχεται από ανθρώπους που υπό διαφορετικές συνθήκες θα λειτουργούσαν (ή ήδη λειτουργούν) σε ανώτερο επίπεδο ηθικής στάσης.

Ο Albert Bandura ονόμασε το γνωστικό φαινόμενο που εξηγεί τέτοιες συμπεριφορές «ηθική αποστασιοποίηση» (moral disengagement). Στην έρευνά του (1999) περιέγραψε τους γνωστικούς μηχανισμούς, μέσω των οποίων ένας άνθρωπος μπορεί να παρακάμψει προσωρινά τα δικά του ηθικά πρότυπα, χωρίς να τα απορρίψει συνειδητά: ηθική δικαιολόγηση της πράξης ως εξυπηρέτησης ενός «ανώτερου» σκοπού, ευφημιστική ονοματοδοσία που απαλύνει τη γλώσσα της πράξης, ευνοϊκή σύγκριση με χειρότερα παραδείγματα, μετατόπιση ή διάχυση της ευθύνης σε ανώτερους ή στην ομάδα, διαστρέβλωση ή υποβάθμιση των συνεπειών, απανθρωποποίηση του θιγόμενου και απόδοση ευθύνης στο ίδιο το θύμα.

Το κρίσιμο σημείο για την HR πρακτική είναι ότι αυτοί οι μηχανισμοί ενεργοποιούνται ευκολότερα σε περιβάλλοντα με ασαφείς οδηγίες, έντονη πίεση αποτελεσμάτων και απουσία λογοδοσίας, ενώ αναστέλλονται σε περιβάλλοντα με σαφήνεια αξιών, ψυχολογική ασφάλεια και ορατότητα συνεπειών. Αυτό σημαίνει ότι η ανήθικη συμπεριφορά είναι σε μεγάλο βαθμό προλήψιμη και αναστρέψιμη μέσα από το σχεδιασμό του ίδιου του οργανωσιακού πλαισίου και όχι μόνο μέσα από τον (συχνά ασφυκτικό και αντιπαραγωγικό) έλεγχο ή την τιμωρία του ατόμου.

Οι Νέες Προκλήσεις Μάθησης και Ανάπτυξης

Αν η ηθική ανάπτυξη είναι σταδιακή και η ανήθικη συμπεριφορά κυρίως συνθηκολογική, τότε τα προγράμματα μάθησης και ανάπτυξης ηγετών χρειάζονται επανασχεδιασμό σε επίπεδο νοοτροπίας και δεξιοτήτων όπως η αυτορρύθμιση, η προοπτική, η διαχείριση πολυπλοκότητας και συγκρούσεων και η πολυεπίπεδη κριτική σκέψη.

Ένα πρόγραμμα που διδάσκει κώδικες δεοντολογίας ως απλό γνώμονα συμμόρφωσης δεν προωθεί κανέναν προς μετασυμβατική συλλογιστική· η μετατόπιση αυτή απαιτεί έκθεση σε πραγματικά διλήμματα, αναστοχαστική πρακτική και ανατροφοδότηση σε ασφαλές ψυχολογικό περιβάλλον, όπως δείχνει και η αναπτυξιακή βιβλιογραφία γύρω από τον Kohlberg. Ομοίως, αν η ανήθικη συμπεριφορά ενεργοποιείται από μηχανισμούς αποστασιοποίησης, τα προγράμματα χρειάζεται να εκπαιδεύουν στελέχη και εργαζόμενους να αναγνωρίζουν αυτούς τους μηχανισμούς στον εαυτό τους και στην ομάδα τους πριν αυτοί τους οδηγήσουν σε πράξη και λήψη αποφάσεων.

Το ουσιαστικό ζητούμενο της μάθησης και ανάπτυξης, συνεπώς, είναι η εργασία πάνω στις συνθήκες της λήψης αποφάσεων και όχι μόνο πάνω στο περιεχόμενό τους. Αυτό μεταφράζεται σε συγκεκριμένες προτεραιότητες για το HR: καλλιέργεια ψυχολογικής ασφάλειας και ξεκάθαρες διαδικασίες, ώστε τα κανάλια αναφοράς που επιβάλλει πλέον η νομοθεσία να χρησιμοποιούνται ουσιαστικά και όχι μόνο τυπικά· εκπαίδευση στελεχών σε αναγνώριση μικρο-σημάτων πίεσης πριν αυτά μετατραπούν σε παρέκκλιση· και δημιουργία χώρου και χρόνου για αναστοχασμό, όπου η διαφωνία και η αμφισβήτηση δεν τιμωρούνται.

Εξίσου σημαντική είναι και η επιλογή των ειδικών που σχεδιάζουν και εφαρμόζουν τα εν λόγω προγράμματα. Εκπαιδευτές, facilitators, coaches και mentors εντός και εκτός οργανισμού χρειάζεται να λειτουργούν οι ίδιοι από αναστοχαστική, μετασυμβατική στάση ως ζωντανά παραδείγματα-προπομποι μιας ξεκάθαρα εφικτής μεταμόρφωσης, καθώς η ηθική ανάπτυξη μεταδίδεται σε μεγάλο βαθμό μέσα από τη σχέση και το πρότυπο και δευτερευόντως μέσα από το περιεχόμενο της όποιας παρεχόμενης εκπαίδευσης.

Αντί Επιλόγου

Πόσο έτοιμοι είμαστε πραγματικά για το ευρωπαϊκό μέλλον; Η ειλικρινής απάντηση είναι ότι δεν το γνωρίζουμε επαρκώς με όρους συστηματικής ελληνικής έρευνας. Δεδομένα ειδικά για τη μάθηση και ανάπτυξη ηγετικών στελεχών στην Ελλάδα παραμένουν περιορισμένα· η δική μου ποιοτική έρευνα πάνω στην εμπειρία της ηγεσίας σε ελληνικούς οργανισμούς αποτελεί μια πρώτη συμβολή προς αυτή την κατεύθυνση, όχι όμως μια πλήρη εικόνα. Χρειαζόμαστε λοιπόν περισσότερα δεδομένα από όσα έχουμε ως τώρα συλλέξει.

Οι έρευνες του εξωτερικού δίνουν ωστόσο κάποιες ενδείξεις προς προβληματισμό. Για παράδειγμα η έκθεση της LRN για το 2025 ρώτησε ξεχωριστά στελέχη ηθικής συμμόρφωσης και εργαζομένους (πάνω από 1.500 άτομα σε κάθε ομάδα, σε διεθνές δείγμα) αν πιστεύουν ότι τα μεσαία στελέχη λαμβάνουν αποφάσεις σύμφωνες με τις αξίες της εταιρείας τους. Το 79% των στελεχών ηθικής συμμόρφωσης απάντησε θετικά, ενώ μόνο το 37% των εργαζομένων συμφώνησε. Η μεγάλη απόκλιση ανάμεσα στις δύο αντιλήψεις δείχνει πόσο εύκολα η ηθική κουλτούρα μπορεί να θεωρείται κατακτημένη από την κορυφή, χωρίς αυτό να αντιστοιχεί στην καθημερινή εμπειρία των εργαζομένων.

Παλαιότερη έρευνα του Kaptein από το 2015 συνέκρινε οργανισμούς με δομημένα προγράμματα ηθικής (κώδικες δεοντολογίας, εκπαίδευση, κανάλια αναφοράς) με οργανισμούς χωρίς τέτοια προγράμματα και κατέγραψε λιγότερα περιστατικά παρατηρούμενης ανήθικης συμπεριφοράς στην πρώτη κατηγορία. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι το πρόγραμμα από μόνο του «διορθώνει» ανθρώπους, αλλά στηρίζει την υπόθεση ότι η επένδυση σε δομημένη μάθηση και ανάπτυξη έχει μετρήσιμο αποτύπωμα στην πράξη, πέρα από το αίσθημα ασφάλειας που προσφέρει.

Το ερώτημα που μένει ανοιχτό για κάθε στέλεχος σε θέση ευθύνης ωστόσο δεν είναι το πότε και πώς θα συμμορφωθεί το ίδιο με το δεδομένο χρονοδιάγραμμα της νομοθεσίας, αλλά το πόσο απέχουν η πραγματική κουλτούρα και τα πεπραγμένα του οργανισμού, στη συλλογική ευθύνη του οποίου συμμετέχει, από τις δεδηλωμένες αξίες του, καθώς και πώς η δική του συμμετοχή μπορεί να διατηρήσει ή να μικρύνει την απόσταση αυτή.

Evanthia Kourtbougianni

Ευανθία Κουρτμπουγιάννη MSc Οργανωσιακή Coach & Εκπαιδεύτρια

LinkedIn